Για να παρακολουθήσετε το ντοκυμαντέρ του Τάσου Ψαρρά: "Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης", από τη σειρά Εποχές και Συγγραφείς, πατήστε εδώ.
«Η ποίηση δεν ανήκει σ’ αυτούς που τη γράφουν αλλά σ’ αυτούς που την έχουν ανάγκη»
Π. Νερούντα
Π. Νερούντα
Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014
Οι ορισμοί του μυθιστορήματος
Για να μεταβείτε στο λεξικό λογοτεχνικών όρων του M.H. ABRAMAS, προκειμένου να δείτε τους ορισμούς του μυθιστορήματος, πατήστε εδώ.
Το κοινωνικό μυθιστόρημα
Καρβέλης Τάκης, «Κωνσταντίνος Θεοτόκης: Από την ηθογραφία στο κοινωνικό μυθιστόρημα»
Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΘΕΟΤΟΚΗΣ γεννήθηκε στις 13 Μαρτίου 1872 και πέθανε στις 2 Ιουλίου 1923 στην Κέρκυρα. Σπούδασε μαθηματικά, φυσική, φιλολογία και φιλοσοφία στην Αγγλία, Αυστρία, Ιταλία και Γερμανία, χωρίς να επιδιώξει ποτέ να πάρει δίπλωμα, γιατί εκείνο που τον ενδιέφερε ήταν η πνευματική του καλλιέργεια. Ήξερε δέκα γλώσσες, πέντε ζωντανές (γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, αγγλικά, ισπανικά) και πέντε νεκρές (αρχαία ελληνικά, λατινικά, σανσκριτικά, εβραϊκά και παλαιοπερσικά). Αφιέρωσε τη ζωή του στη μελέτη και τη συγγραφή και μας άφησε δεκαεφτά εν όλω σονέτα, πολλές μεταφράσεις αρχαίων και ξένων συγγραφέων κι ένα πλούσιο σε έκταση πεζογραφικό έργο, με το όποιο και θα ασχοληθούμε.
Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΘΕΟΤΟΚΗΣ γεννήθηκε στις 13 Μαρτίου 1872 και πέθανε στις 2 Ιουλίου 1923 στην Κέρκυρα. Σπούδασε μαθηματικά, φυσική, φιλολογία και φιλοσοφία στην Αγγλία, Αυστρία, Ιταλία και Γερμανία, χωρίς να επιδιώξει ποτέ να πάρει δίπλωμα, γιατί εκείνο που τον ενδιέφερε ήταν η πνευματική του καλλιέργεια. Ήξερε δέκα γλώσσες, πέντε ζωντανές (γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, αγγλικά, ισπανικά) και πέντε νεκρές (αρχαία ελληνικά, λατινικά, σανσκριτικά, εβραϊκά και παλαιοπερσικά). Αφιέρωσε τη ζωή του στη μελέτη και τη συγγραφή και μας άφησε δεκαεφτά εν όλω σονέτα, πολλές μεταφράσεις αρχαίων και ξένων συγγραφέων κι ένα πλούσιο σε έκταση πεζογραφικό έργο, με το όποιο και θα ασχοληθούμε.
Η επίδραση του νατουραλισμού στη νεοελληνική λογοτεχνία
Η εμφάνιση, η επίδραση, η διάρκεια και η εξέλιξη του
νατουραλισμού στη νεοελληνική λογοτεχνία δεν έχει γίνει αντικείμενο
συστηματικής μελέτης ούτε από τους ιστορικούς ούτε από τους κριτικούς
της λογοτεχνίας μας. Συνήθως οι αναφορές στο ρεύμα αυτό εξαντλούνται
στην παραπομπή στη μετάφραση της Νανάς [του Zola] και στον
ενθουσιώδη πρόλογο του Α(γησίλαου) Γ(ιαννόπουλου) Η(πειρώτη) στην
αυτοτελή έκδοση του μυθιστορήματος το 1880, ο οποίος θεωρείται άλλωστε
και το μανιφέστο του νατουραλισμού στη χώρα μας ή στην επισήμανση,
μεταξύ άλλων, και νατουραλιστικών στοιχείων στο έργο ορισμένων
πεζογράφων. Το φαινόμενο δεν είναι βέβαια δυσεξήγητο, […] αν λάβουμε
υπόψη ότι παραμένουν αδιευκρίνιστα και για τους Έλληνες μελετητές τα
όρια ανάμεσα στον ρεαλισμό
και στον νατουραλισμό, ότι, τρία μόλις χρόνια μετά την έγκαιρη και για
τη χώρα μας εμφάνιση του νατουραλισμού, η ενδεχόμενη απήχησή του στα
λογοτεχνικά πράγματα αναχαιτίστηκε, κατά κάποιο τρόπο, με τον διαγωνισμό
διηγήματος της Εστίας το 1883, που προώθησε δυναμικά την καλλιέργεια της ειδυλλιακής ηθογραφίας, […] ότι η ηθογραφία «à la Εστία»,
ως πιστή αναπαράσταση και περιγραφή των (εκ προοιμίου, όμως, ευγενών)
ηθών της ελληνικής υπαίθρου, συνδέθηκε εύκολα αλλά άτοπα με τον
νατουραλισμό και, τέλος, ότι σύντομα νατουραλιστικές αρχές και τεχνικές
αφομοιώθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν από τους πεζογράφους μας σχεδόν
συγχρόνως με τις αρχές, τις επιδιώξεις και τις τεχνικές του εν τω μεταξύ
ανερχόμενου —αλλά σαφώς αντινατουραλιστικού— συμβολισμού.
Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινού & Βίκυ Πάτσιου, «Εισαγωγή». Ο Νατουραλισμός στην Ελλάδα. Διαστάσεις – Μετασχηματισμοί – Όρια, Μεταίχμιο, Αθήνα 2007, 17-18.
Πηγή: http://www.greek-language.gr/
Ο Εμίλ Ζολά και η Νανά του
[…] ο Zola, ακολουθώντας σχεδόν βήμα προς βήμα τη μέθοδο της πειραματικής ιατρικής
του Claude Bernard, διατυπώνει τη θεωρία του «πειραματικού
μυθιστορήματος». Σύμφωνα με αυτήν, ο μυθιστοριογράφος είναι καμωμένος
από έναν παρατηρητή και από έναν πειραματιστή. Ο
παρατηρητής επιλέγει το θέμα του (π.χ. ο αλκοολισμός) και διατυπώνει
μιαν υπόθεση (π.χ. ο αλκοολισμός οφείλεται στην κληρονομικότητα ή στην
επίδραση του περιβάλλοντος). Ο πειραματιστής παρεμβαίνει με τρόπο άμεσο,
για να τοποθετήσει τον ήρωά του σε συνθήκες τέτοιες που θα αποκαλύψουν
τον μηχανισμό του πάθους του και θα επαληθεύσουν την αρχική υπόθεση. Στο
φιλόδοξο πρόγραμμα των είκοσι μυθιστορημάτων με τον τίτλο Les Rougon-Macquart
(1871-1893), όπου παρακολουθεί την πορεία και την εξέλιξη των μελών
μιας οικογένειας της Δεύτερης Αυτοκρατορίας επί πέντε γενιές, ο
Zola στοχεύει να αποδείξει τον καθοριστικό ρόλο που παίζει στη ζωή του
ανθρώπου αφενός το περιβάλλον (φυσικό, κοινωνικό…) και αφετέρου ο
παράγων της κληρονομικότητας. Τα μυθιστορήματά του αποτελούν τη
λογοτεχνική πραγμάτωση της ντετερμινιστικής, και γι’ αυτό απαισιόδοξης
κατά βάση, κοσμοαντίληψής του ότι ο άνθρωπος είναι έρμαιο και θύμα
τυφλών κληρονομικών δυνάμεων ή/και της νομοτελειακής επίδρασης του
περιβάλλοντος — και, τελικά, ανεύθυνος και αθώος για την ηθική ή άλλη
εξαχρείωσή του.
Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινού & Βίκυ Πάτσιου, «Εισαγωγή». Ο Νατουραλισμός στην Ελλάδα. Διαστάσεις – Μετασχηματισμοί – Όρια, Μεταίχμιο, Αθήνα 2007, 14-15.
Πηγή: http://www.greek-language.gr
Η επίδραση της θεωρίας του Δαρβίνου και ο νατουραλισμός
Η
πρόοδος στις επιστήμες κατά τον δέκατο ένατο αιώνα ήταν […] πολυσχιδής
[…]. Αρκεί να πούμε ότι σε κάθε πεδίο —φυσική, χημεία, βιολογία,
ιατρική— τα επιτεύγματα υπήρξαν θεμελιώδη και με ανεκτίμητες
προεκτάσεις. Αν υποθέσουμε πως μπορεί να διακριθεί ένας τομέας, τότε
αυτός είναι οι βιολογικές επιστήμες, τόσο για τις τρομακτικές
ανακαλύψεις όσο και για την άμεση σχέση τους προς τη σκέψη και τη
λογοτεχνία. […] Με την έκδοση, το 1859, του έργου του Darwin Προέλευση των ειδών μέσω φυσικής επιλογής (Origin of Species by means of Natural Selection),
η θεωρία της εξέλιξης έγινε το πιο πολυσυζητημένο θέμα της εποχής.
O Darwin υποστήριζε ότι ο άνθρωπος προέρχεται από τα χαμηλότερα ζώα κι
ότι ανάμεσα στα ζώα υπάρχει ένας συνεχής αγώνας για την ύπαρξη, που
καταλήγει στην επιβίωση του ικανότερου σύμφωνα με μια διαδικασία φυσικής
επιλογής. […] το έργο υπήρξε επίκεντρο θυελλώδους διαμάχης […]. Η
επίδραση του βιβλίου αυτού απλώθηκε γρήγορα σε όλο και ευρύτερους
κύκλους, και δεν είναι υπερβολή να το αποκαλέσουμε το κρίσιμο ορόσημο
της επιστήμης και της σκέψης του δέκατου ένατου αιώνα. Είτε το ήθελαν
είτε όχι, οι άνθρωποι εξωθήθηκαν στην πιο ριζοσπαστική αυτοεπανεκτίμηση
που συνέβη ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία. Αντί για δημιουργήματα της θείας
βούλησης έπρεπε τώρα, ξαφνικά, να δεχτούν τον εαυτό τους ελάχιστα πάνω
από το επίπεδο του ζώου, και την ίδια τη ζωή σαν ένα συνεχή αγώνα —
πράγμα πολύ δυσάρεστο και πολύ δύσκολα παραδεκτό.
Στην εξέλιξη του νατουραλισμού η δαρβινική θεωρία
αποτελεί αναμφίβολα τον πιο σημαντικό διαμορφωτικό παράγοντα. Η
νατουραλιστική θεώρηση του ανθρώπου εξαρτιέται άμεσα από τη δαρβινική
εικόνα της προέλευσής του από τα κατώτερα ζώα. Σε αντίθεση προς την
εξιδανίκευση από τους ρομαντικούς,
οι νατουραλιστές εσκεμμένα τον υποβιβάζουν στο επίπεδο του ζώου,
απογυμνώνοντάς τον από ανώτερες φιλοδοξίες. Ο «μεταφυσικός άνθρωπος» (l’
homme métaphysique) αντικαταστάθηκε από τον «φυσιολογικό άνθρωπο» (l’
homme physiologique) σύμφωνα με τον Zola, […] που ο τίτλος ενός
μυθιστορήματός του, Το ανθρώπινο κτήνος, θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως χαρακτηριστική ετικέτα για πολλά νατουραλιστικά πρόσωπα. […]
Lilian R. Furst & Peter N. Skrine, Νατουραλισμός, μτφ. Λία Μεγάλου, Ερμής Αθήνα 1972, 25-27 (Η γλώσσα της Κριτικής, 6).
Πηγή: http://www.greek-language.gr
Διαφορές ρεαλισμού - νατουραλισμού
Παρόλο που οι λέξεις ρεαλισμός
και νατουραλισμός χρησιμοποιούνται ελεύθερα, ακόμη και απερίσκεπτα, δεν
υπάρχει ομοφωνία ως προς το νόημά τους. Για πολλούς έχουν καταντήσει
απλώς βολικοί χαρακτηρισμοί […]
Αποτελεί, λοιπόν, μόνον έκφραση της σύγχρονης τάσης
για μεγαλύτερη γλωσσική ακρίβεια η προσπάθεια διαχωρισμού των δύο όρων,
που έχουν συνυπάρξει τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, έστω όχι και τόσο
επιτυχώς; Ή μήπως ο «νατουραλισμός» είναι ριζικά χωρισμένος από τον «ρεαλισμό»; Παραδόξως, η απάντηση και στα δύο ερωτήματα θα ήταν: όχι ο νατουραλισμός πράγματι διαφέρει από τον ρεαλισμό,
αλλά δεν είναι ανεξάρτητος από αυτόν. Η πιο κατάλληλη εικόνα, για να
γίνει κατανοητή η σχέση των δύο όρων, είναι εκείνη των σιαμαίων διδύμων,
που έχουν χωριστά άκρα, μοιράζονται όμως ορισμένα όργανα. Το κοινό
σημείο ρεαλιστών και νατουραλιστών είναι η θεμελιώδης πίστη ότι η τέχνη
αποτελεί στην ουσία μια μιμητική αντικειμενική απεικόνιση της εξωτερικής
πραγματικότητας (σε αντίθεση προς τη φανταστική, υποκειμενική
παραποίηση των ρομαντικών).
Η πίστη αυτή τους οδήγησε να εκλέξουν για κύριο θέμα τους το κοινότοπο,
το προσιτό, κι επίσης να εξυμνήσουν το ιδεώδες του απρόσωπου στη
τεχνική. Από αυτή τη σκοπιά, όπως έδειξε ο Harry Levin στο Η πύλη των Ονείρων, ο ρεαλισμός
αποτελεί «μία γενική τάση» με την έννοια ότι κάθε έργο τέχνης «είναι
από ορισμένες απόψεις ρεαλιστικό και από άλλες μη ρεαλιστικό» […]. Από
τη γενική αυτή τάση προς τον μιμητικό ρεαλισμό γεννήθηκε ο
νατουραλισμός. Κατά κάποιο τρόπο υπήρξε η επιδείνωση του ρεαλισμού·
[…] Αλλά η διαφορά δεν έγκειται μονάχα στην εκλογή προκλητικότερων
θεμάτων, τολμηρότερου λεξιλογίου, εντυπωσιακότερων συνθημάτων ή
περισσότερο φωτογραφικών λεπτομερειών. Η πραγματική διαφορά βρίσκεται
πολύ βαθύτερα: στον πυρήνα της υπάρχει η επιβολή πάνω στην ουδέτερη
στάση του ρεαλισμού
μιας συγκεκριμένης, πολύ ειδικής θεώρησης του ανθρώπου. Έτσι, οι
νατουραλιστές όχι μόνον επεξεργάστηκαν και ενέτειναν τις βασικές τάσεις
του ρεαλισμού, αλλά πρόσθεσαν και σημαντικά νέα στοιχεία, που μετέβαλαν τον νατουραλισμό σε αναγνωρίσιμο δόγμα, τέτοιο που ο ρεαλισμός δεν υπήρξε ποτέ. Ο νατουραλισμός, επομένως, είναι πιο συγκεκριμένος και ταυτόχρονα πιο περιορισμένος από τον ρεαλισμό,
είναι ένα λογοτεχνικό κίνημα με σαφείς θεωρίες, ομάδες και μεθόδους.
Όντας σχολή και μέθοδος, ο νατουραλισμός είναι στην πραγματικότητα ό,τι
δεν είναι ο ρεαλισμός· από την άλλη πλευρά όμως, αυτά τα ίδια τα καθορισμένα όρια καθιστούν τον νατουραλισμό λιγότερο σημαντικό από τον ρεαλισμό, που αποτελεί μια από τις βασικές τάσεις όλης σχεδόν της τέχνης.
Ποια ήταν, λοιπόν, τα νέα εκείνα στοιχεία που προστέθηκαν στον μιμητικό ρεαλισμό,
για να δημιουργήσουν τον νατουραλισμό; Όπως θα δούμε, προήλθαν κατά
μεγάλο μέρος από τις φυσικές επιστήμες· πράγματι, ένας πολύ συνοπτικός,
αναγκαστικά όμως ατελής, ορισμός του νατουραλισμού τον χαρακτηρίζει ως
προσπάθεια εφαρμογής στη λογοτεχνία των ανακαλύψεων και μεθόδων της
επιστήμης του δεκάτου ενάτου αιώνα. […]
Lilian R. Furst & Peter N. Skrine, Νατουραλισμός, μτφ. Λία Μεγάλου, Ερμής Αθήνα 1972, 16-18 (Η γλώσσα της Κριτικής, 6).
http://www.greek-language.gr
Πηγή:
Η επίδραση του ρεαλισμού στη λογοτεχνία
Η επίδραση του ρεαλισμού στην πεζογραφία μας υπήρξε
όψιμη, παρότι η πεζογραφία του νέου ελληνικού κράτους είχε την ευκαιρία
να ξεκινήσει μαζί με τον ευρωπαϊκό ρεαλισμό και να κινηθεί παράλληλα με
αυτόν. Παρότι, λοιπόν, είχαμε κάποια πρώτα θετικά δείγματα (τα
μυθιστορήματα του γεωπόνου Γρηγορίου Παλαιολόγου, Ο πολυπαθής, 1839, και Ο ζωγράφος, 1842), ο ρομαντισμός
τελικώς κυριάρχησε ως η επίσημη λογοτεχνική έκφραση, επειδή προσφερόταν
στις προσπάθειες καθορισμού ή απόδειξης της εθνικής και πολιτισμικής
ταυτότητας του νέου κράτους μέσω της σύνδεσής του με την κλασική αρχικώς
και αργότερα με τη βυζαντινή ελληνική Ιστορία και παράδοση.
Η ανατροπή, ωστόσο, του ρομαντισμού
δεν σήμαινε πως οι Έλληνες είχαν ξεπεράσει εντελώς το σύνδρομο
Fallmerayer και ότιοι σχετικές προσπάθειες είχαν εκλείψει: απλώς δεν
στρέφονταν πλέον προς το παρελθόν αλλά προς το ζωντανό παρόν, που
μπορούσε να δώσει πιο χειροπιαστές αποδείξεις της συνέχειας του έθνους. Η
εξέταση του παρόντος αποτελούσε καίριο πλήγμα στον ρομαντισμό,
που προγραμματικά στρεφόταν προς το παρελθόν, ταίριαζε στην
πραγματιστική πολιτική του Τρικούπη και ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις
του ρεαλισμού για το πραγματικό, το συγκεκριμένο, το κοινό και
καθημερινό. Η εξέταση, ωστόσο, του παρόντος και του πραγματικού από τους
Έλληνες πεζογράφους προσανατολίστηκε προς μια λαογραφική εκδοχή του,
εκείνη του λαϊκού βίου και πολιτισμού. Αυτή η εκτροπή από τα ευρωπαϊκά
πρότυπα του ρεαλισμού υπήρξε αποτέλεσμα μιας επιθυμητής ηθικής,
παραδειγματικής λειτουργίας της πεζογραφίας. Σύμφωνα με αυτήν, οι
συγγραφείς δεν έπρεπε να επιλέξουν ως αντικείμενό τους τον αλλοτριωμένο
τρόπο ζωής στα μεγάλα αστικά κέντρα (ανάλογον με εκείνον της Νανάς του
Zola, που είχε μεταφραστεί το 1880, προκαλώντας πολλές αντιδράσεις),
αλλά τα χρηστά ήθη της ελληνικής υπαίθρου. Με τον τρόπο αυτόν, προέκυψε η
ελληνική εκδοχή του αφηγηματικού ρεαλισμού: το ηθογραφικό διήγημα.
Η περιπέτεια του ελληνικού αφηγηματικού ρεαλισμού υπήρξε ανάλογη με εκείνη του πολιτικού ρεαλισμού: ξεκίνησε ευοίωνα με τον Λουκή Λάρα (1879)
του έμπορου και λόγιου Δημήτριου Βικέλα, που απηχούσε την παράδοση της
ρεαλιστικής πεζογραφίας, με την ιδιωτική ζωή σε πρώτο πλάνο και την
Ιστορία σαν απόηχο από κανόνια που βροντούν κάπου έξω από το προσκήνιο.
Στη συνέχεια, όμως, η ρεαλιστική παράδοση ελληνοποιήθηκε μέσα από τον
εκλαογραφισμό της λογοτεχνίας, προς τον οποίο έστρεψαν τους συγγραφείς
με τις λιγότερες αντιστάσεις ο Νικόλαος Πολίτης και το περιοδικό Εστία
με τον διαγωνισμό διηγήματος (1883), που απέβλεπε στη δημιουργία ενός
«είδους γραμματολογικού νέου». Θετικό αποτέλεσμα της σχετικής
προσπάθειας υπήρξε η άνθηση του διηγήματος, με έξοχους εκπρόσωπους τον Βιζυηνό και τον Παπαδιαμάντη, οι οποίοι, όμως, αναδεικνύονται όχι μέσω της τήρησης αλλά μέσω της υπέρβασης των προγραμματικών αρχών της ηθογραφίας.
Παράλληλα, όμως, δημιουργήθηκε μια μεγάλη σειρά
διηγηματογράφων που αλλοιώνουν τη ρεαλιστική παράδοση και περιστέλλουν
την αντικειμενική παρατήρηση σε μια επιφανειακή αντίληψη, την
προτεραιότητα της ατομικής εμπειρίας σε μια ουσιαστικώς αμέτοχη μαρτυρία
και την κριτική περιγραφή σε μια αναπαράσταση που στερεί από το αληθινό
τη διάστασή του ως πραγματικού (διάσταση που οφείλει να έχει
οποιοδήποτε λογοτεχνικό έργο, ακόμη και εκείνο που ανήκει στη λογοτεχνία
του φανταστικού). Με τον τρόπο αυτόν, η ηθογραφία,
δηλαδή ο ελληνικός αφηγηματικός ρεαλισμός του τέλους του 19ου αιώνα,
κατέληξε σε ανάλογη πτώχευση με εκείνη του πολιτικού ρεαλισμού,
ανοίγοντας, όμως, έτσι τον δρόμο σε ανανεωμένες ή λανθάνουσες ή
διακριτικές ρεαλιστικές εκδοχές, που χάρισαν στη λογοτεχνία μας αρκετές
ιδιότυπες και με προσωπικό τρόπο δουλεμένες μάσκες του ρεαλισμού, όπως η
ατμοσφαιρικά κοινωνιστική του Βουτυρά, η βουκολική του Μυριβήλη, η αστική του Θεοτοκά, η μεγαλοαστική και μετά ιστοριογραφική του Πετσάλη, η φροϋδική του Καραγάτση, η πολιτική του Τσίρκα.
Βαγγέλης Αθανασόπουλος, Οι μάσκες του ρεαλισμού. Εκδοχές του νεοελληνικού αφηγηματικού λόγου, τ. Α΄, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2003, 24-26.
http://www.greek-language.gr
Πηγή:
Οι παράγοντες που οδήγησαν στην ανάπτυξη του ρεαλισμού
Για ν’ ακριβολογούμε, λοιπόν, αυτό που «ανακαλύπτεται»
(κυρίως μέσα από τις εικαστικές τέχνες) στο Παρίσι του 1855-1856 και
που, λίγο αργότερα, φθάνει και στον τόπο μας δεν είναι τόσο η
πραγματικότητα όσο μια θεωρία της πραγματικότητας: ο ρεαλισμός. Νέες
περιστάσεις, νέες προτάσεις. Τα πάντα συμβάλλουν: ο θετικισμός, η
αναβάθμιση της επιστήμης, οι υπερβολές του ρομαντισμού, η τεχνική, η ιδεολογία. Λίγα χρόνια αργότερα, όλα είναι έτοιμα για την εμφάνιση του Zola και του νατουραλισμού του. Όλα και όλοι: η διάδοση της φωτογραφίας, ο επιστημονισμός, ο Δαρβίνος και ο δαρβινισμός, ο H. Taine (Ιστορία της αγγλικής λογοτεχνίας, 1864), ο Claude Bernard (Εισαγωγή στη μελέτη της πειραματικής ιατρικής, 1865). Καιρός για το πειραματικό μυθιστόρημα, δηλαδή για τον εξοβελισμό της φαντασίας.
[…]
Το μεγάλο βήμα έχει γίνει. Τοποθετώντας στη θέση της
φαντασίας την παρατήρηση […], ο συγγραφέας δεν έχει παρά να εμπιστεύεται
πριν απ’ όλα τις αισθήσεις του, κυρίως την όρασή του, μολονότι ο
κίνδυνος μιας ουδέτερης και απρόσωπης θεώρησης των πραγμάτων ελλοχεύει
[…].
Παναγιώτης Μουλλάς, «Εισαγωγή». Η παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τ. Α΄, Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 1998, 190-192.
[…] Την ώρα όπου τελειώνει μια εποχή και ο ρομαντισμός
αδυνατεί να ξεπεράσει την κρίση του, παρουσιάζονται κιόλας, τόσο στον
διεθνή όσο και στον ελληνικό χώρο, οι πρόσφοροι όροι της αλλαγής. «Εποχή
του φιλελευθερισμού», κατά τον χαρακτηρισμό του B. Croce, η περίοδος ως
τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο εγγυάται την ισορροπία, τη σταθερότητα, ακόμα
και την ανανεωτική ορμή των αστικών καθεστώτων στην Ευρώπη. Το
ορθολογικό πνεύμα κυριαρχεί: θετικισμός, εμπειρισμός, επιστημονισμός. Ως
διάδοχοι του ρομαντισμού εμφανίζονται καινούρια λογοτεχνικά κινήματα: ο ρεαλισμός και ο νατουραλισμός στην πεζογραφία, ο παρνασσισμός και ο συμβολισμός στην ποίηση.
Ό,τι χρειάζεται, λοιπόν, πρώτα-πρώτα η ελληνική λογοτεχνία, γύρω στα 1880,
είναι ν’ αναπροσαρμόσει τους στόχους της και την έκφρασή της σύμφωνα με
τα νέα δεδομένα — δεδομένα ταυτόχρονα κοινωνικοπολιτικά και ιδεολογικά,
εθνικά και υπερεθνικά, αισθητικά και επιστημονικά. […]
Παν. Μουλλάς, «Γύρω στα 1880: οι όροι της αλλαγής». Ρήξεις και συνέχειες. Μελέτες για τον 19ο αιώνα, Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 1993, 84.
Πηγή: http://www.greek-language.gr
Ο τρόπος γραφής των ρεαλιστών
Η μελέτη του ρεαλισμού αποτελεί, σε τελευταία ανάλυση
[…] μέρος του γενικότερου προβλήματος των σχέσεων ανάμεσα στη ζωή και
την τέχνη. […]
[…] ο απλοϊκός ρεαλιστής φαντάζεται ότι μπορεί να
γίνει η ανα-παράσταση του κόσμου με λέξεις, ή με κάποιο άλλο μέσον, κι
ότι μπορεί να επιτύχει την ανα-παράσταση αυτή δηλώνοντας ότι το κάνει,
κι υποσχόμενος να εργαστεί με απλότητα κι ειλικρίνεια. […] Μα είναι
εύκολο να αποδειχτεί πως η αναπαράσταση αυτή είναι ακατόρθωτη τόσο
τεχνικά όσο και φιλοσοφικά· στην πιο ευνοϊκή περίπτωση, είναι μια
«μεταφορά» χωρίς ακρίβεια (όπως κι η έκφραση), και στη χειρότερη, είναι
μια πηγή σύγχυσης για τη σκέψη.
Damian Grant, Ρεαλισμός, Ερμής, Αθήνα 1988 (2η έκδ.), 91-92 (Η γλώσσα της Κριτικής, 1)
Ρεαλισμός και Νατουραλισμός
[…] ο «Ρεαλισμός» προέρχεται από τη φιλοσοφία κι έχει ένα αντικειμενικό σκοπό: να φτάσει την πραγματικότητα. Ο «Νατουραλισμός» προέρχεται από τη φυσική φιλοσοφία ή επιστήμη, και περιγράφει τη μέθοδο που θα μας οδηγήσει στην επίτευξη της πραγματικότητας. […]
[…] ο «νατουραλισμός» είναι δυνατό να ερμηνευτεί με
περισσότερη ακρίβεια, κι η βασική αιτία γι’ αυτό είναι ότι περιγράφει
μια μέθοδο. Ο «ρεαλισμός» σκόνταψε στο δρόμο […] — ή, τουλάχιστο,
μπορούμε να πούμε πως δεν εξελίχτηκε ποτέ. Δεν του έμεινε τίποτε για να
μπορέσει να συνεχίσει την επίθεση ενάντια στο ρομαντισμό. […]
Η ολοκλήρωση αυτή πραγματοποιήθηκε με την πρωτοβουλία των νατουραλιστών,
που ακολουθώντας τις ενδείξεις της ρεαλιστικής θεωρίας ως το λογικό
τους συμπέρασμα, επινόησαν μιαν επιστημονική μέθοδο για να εφαρμόσουν το
πρόγραμμα του ρεαλισμού. […]
Damian Grant, Ρεαλισμός, Ερμής, Αθήνα 1988 (2η έκδ.), 52-53 (Η γλώσσα της Κριτικής, 1).
Ο Ρεαλισμός
Οι εκπρόσωποι ενός λογοτεχνικού ρεαλισμού γύρω στα
1850 δεν είχαν αρχικά στο νου τους τίποτε περισσότερο από την πιστή, την
λεπτομερειακή περιγραφή των ηθών, του τοπικού χρώματος, της εποχής, των
συγκεκριμένων εξωτερικών εκδηλώσεων της ζωής: επομένως ένα υπερβολικά
«περιστασιακό ρεαλισμό». Μ’ αυτή την έννοια λοιπόν έγινε λόγος στην αρχή
για λογοτεχνικό ρεαλισμό, κι έπειτα σιγά-σιγά συνεισέρρευσαν στην
έννοια οι συνδηλώσεις που την διεύρυναν τόσο, ώστε να καταστεί έννοια
μιας εποχής της Ιστορίας της Λογοτεχνίας. Ο Ρεαλισμός έγινε σημείο ενός
συστήματος λογοτεχνικών αρχών, κανόνων και συμβάσεων που αποτυπώθηκαν
κυρίως στο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα από το 1830 περίπου. Η έννοια Ρεαλισμός
έχει επιβληθεί σε σχέση με τα θεματικά, δομικά και υφολογικά
χαρακτηριστικά που καθορίζουν το μυθιστόρημα του 19ου αιώνα, και έχει
αποδειχθεί αναντικατάστατη παρά τη διαρκή αμφισβήτηση του ορισμού της.
[…] Επικράτηση κοινωνιολογικής και ψυχολογικής αιτιότητας, αναλυτικός
τρόπος θέασης, επικοινωνία με το επίκαιρο, ακρίβεια της περιγραφής και
συνεπώς η τάση της απογύμνωσης και αποκάλυψης, η ορμή για αφύπνιση και
απομυθοποίηση, η επιδίωξη συσχετισμού με τη συγκεκριμένη ιστορική
στιγμή, αυτά αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ρεαλιστικού
μυθιστορήματος, του λογοτεχνικού Ρεαλισμού. […] Ό,τι μοιάζει προς το
ρεαλιστικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα χαρακτηρίζεται από τότε ως
ρεαλιστικό και επομένως κρίνεται ή και αξιολογείται ως «πιστή ομοιότητα
προς ό,τι είναι πραγματικό». […]
W. Preisendanz, Ρομαντισμός – Ρεαλισμός – Μοντερνισμός. Σκιαγράφηση μιας εξελικτικής πορείας, μτφ. Άννα Χρυσογέλου-Κατσή, Εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 1990, 97-99.
Πηγή: http://www.greek-language.gr
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)