«Η ποίηση δεν ανήκει σ’ αυτούς που τη γράφουν αλλά σ’ αυτούς που την έχουν ανάγκη»

Π. Νερούντα
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεωρία Λογοτεχνίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεωρία Λογοτεχνίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Τα κύρια γνωρἰσματα της ποίησης του Γιάννη Ρίτσου

«Η πορεία του Ρίτσου προς το “καθολικό”, το “διιστορικό” που καλύπτει τόσο το κοινωνικό στοιχείο όσο και ό,τι ονομάζουμε “ανθρώπινες συνθήκες”, συμπίπτει και θεμελιώνεται με μια νέα γραφή, στην οποία βρίσκω τα ακόλουθα γνωρίσματα κατά την πρώτη αυτή φάση της:
α) Τους συναισθηματικούς πυρήνες από τους οποίους εμψυχώνεται το ποίημα υπερασπίζεται ένας λόγος με περιγραφικό χαρακτήρα. Η συναισθηματική κατάσταση προκύπτει ως άθροισμα δεδομένων και συγκεκριμένων εικόνων, ενώ στη φαινομενικά κλασική ανάπτυξη των θεματικών ενοτήτων παρεμβάλλονται λυρικές εξάρσεις, που λειτουργούν ως αναπνοές, και διασκεδάζεται ο άλλοτε ελεγειακός άλλοτε υμνητικός τόνος του ποιήματος.
β) Οι σημαντικές εκφραστικές ελευθερίες συντηρούνται σ’ ένα επίπεδο τέτοιο που να μην καθιστούν άβατο νοηματικά τον λόγο, παρόλο που μερικές εικόνες (“χαλκάς δε στέκει στους αστράγαλους της θάλασσας”) υπερβαίνουν αισθητά την παραδοσιακή φαντασία.
γ) Το λυρικό θέμα δεν στηρίζεται σε ένα προσεκτικά επιλεγμένο λεξιλόγιο, μολονότι δεν απουσίαζε και μια τέτοια φροντίδα, αλλά αναπτύσσεται με αλλεπάλληλες προτάσεις που έχουν τη μορφή σπείρας. συνεχίζουν και επεκτείνουν ό,τι προηγούμενα έχει εκτεθεί, αλλά σε υψηλότερη στάθμη (που
εκφράζεται με τον εντατικότερο τόνο) και τον ολοκληρώνουν. Άμεση συνέπεια του είδους αυτού της γραφής είναι ότι κάθε απόσπασμα τμήματος από τα πολύστιχα ποιήματα του Ρίτσου δεν αποδίδει το οργανικό στοιχείο που έχει και συντηρεί μέσα στα συμφραζόμενά του [...].
δ) Παίζεται με έναν λόγο που αποβλέπει ώστε όλα τα εκφραστικά μέσα του (ρήματα, ουσιαστικά, επίθετα) να ανταποκρίνονται στη νοηματική φορά, όμως να δίνονται ως μουσικά μοτίβα από τα οποία αναπαράγεται η εγγεγραμμένη συναισθηματική φόρτιση. Χρησιμοποιώ τη διατύπωση “μουσικά μοτίβα” μεταφορικά, θέλοντας, με τη σχηματική αυτή έκφραση, να δοθεί η διάκριση της λογικής χρήσης του λόγου (με την οποία εκφράζεται η πεζογραφία και η κακή ποίηση) από την υποβλητική χρήση του, που (όπως και η αφηρημένη γλώσσα της μουσικής), μέσα στο αίνιγμά του, στην πολυσημία του, κουβαλά την αποδεικτική του δύναμη, διότι μπορεί (όταν και εφόσον) να αναπαραγάγει παράλληλες παλμώσεις (ας τις ονομάσουμε μουσικές για να διευκολυνθούμε στη συνεννόηση).
ε) Οι πηγές της προέρχονται από τον κοινωνικό χώρο, ιδωμένο σε όλη την κλίμακά του, χωρίς προτιμήσεις, έτσι που να τιμούνται ισοδύναμα και να καταγράφονται οι μικρές και οι μεγάλες: ελπίδες, πίκρες, απογνώσεις, και γενικά οι αντιδράσεις για τα φαινόμενα της ζωής, τόσο στην υγεία της όσο και
στην παθολογία της.
στ) Οι συμβολισμοί της είναι περιορισμένοι και όπου υπάρχουν δεν έχουν το χαρακτήρα σημείων αναφοράς σε άλλο είδος. κατάγονται και αποδίδουν ένα λαϊκό θυμικό.

(Αλ. Αργυρίου (1979), «Νεωτερικοί ποιητές του Μεσοπολέμου», Η ελληνική ποίηση
Σύνοψη των κύριων γνωρισμάτων της ποίησης του Γ. Ρίτσου

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014

Τα χαρακτηριστικά της ποίησης του Οδυσσέα Ελύτη



ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ


Επιρροές
  •          από τα ομηρικά έπη
  •          την αρχαία ελληνική λυρική ποίηση
  •          την ποίηση του Σολωμού, του Κάλβου και του Καβάφη
  •          τη βυζαντινή υμνογραφία και το Ευαγγέλιο
  •        τη δημοτική ποίηση
  •          τον γαλλικό υπερρεαλισμό. 
Έλλογος υπερρεαλισμός, έλεγε για την ποίησή του  ο Β.Βαρίκας.Συνήθως το ποίημα του αποτελείται από μια σειρά εικόνων χωρίς εξωτερική λογική συνοχή  όλες όμως οι εικόνες πηγάζουν από την ίδια  ψυχική κατάσταση και τείνουν να υποβάλλουν προς τον αναγνώστη την ίδια διάθεση.

Η  ποίησή του χαρακτηρίζεται από:

  •          τολμηρό συνδυασμό λέξεων
  •          τολμηρές εικόνες με συνειρμική εναλλαγή
  •        λατρεία του ελληνικού στοιχείου ( γλώσσα, παράδοση, ήθη,  ορθοδοξία, ελληνική φύση, πολιτισμός,  ιστορία)
  •        λυρικές περιγραφές
  •        εφηβική αισιοδοξία
  •        βαθιά αίσθηση της ζωής
  •        αντίληψη των πραγμάτων μέσω των αισθήσεων
  •        περιορισμένη στίξη
  •         χαλαρή λογική αλληλουχία
  •         Το παράδοξο, η απόκλιση από την κοινή λογική διαψεύδει τις διακειμενικές προσδοκίες του αναγνώστη προκαλώντας ένα δημιουργικό ξάφνιασμα που οδηγεί τον αναγνώστη στην ποιητικά αναπλασμένη πραγματικότητα του κόσμου του ποιητή
  •     Για τον Ελύτη η Ελλάδα είναι η συνεχής και αδιάκοπη αντίληψη που προκύπτει από την αρχαία κληρονομιά και τη βυζαντινή περίοδο, από τη λαϊκή παράδοση και τη σύγχρονη ιστορία ακόμα κι από τη γεωγραφική  έκταση και μορφολογία. Αρχαία κείμενα, θρησκεία, παραδόσεις αναφαίνονται και ενώνονται μέσα από τη μεταφυσική του ήλιου, την δύναμη του αιγαιακού φωτός που αποκαλύπτει αυτήν την αέναη κίνηση του πνεύματος που δυναμικά ξεκινά από τον Όμηρο για να συνεχίζει και σήμερα να συλλαμβάνει αλήθειες πρωτογενείς , ανθρωπιστικές, δίκαιες, απελεύθερες.
  •       «Αποφθεγματικός λόγος σε εξαιρετική έκταση και ποιότητα (λειτουργούν σαν ένα είδος παρεμβαλλομένων κειμένων, σαν «ενδοκείμενα» ή σαν «παραθέματα» του ποιητή παρμένα από ένα άλλο επίπεδο της δικής του σκέψης. Έχει έντονα παραδοξολογικό χαρακτήρα· συγκρούεται δηλαδή με την καθιερωμένη λογική»
            ( ο αποφθεγματικός λόγος του Ελύτη, Γ. Μπαμπινιώτης )    

  •   Χρησιμοποιεί χαρακτηριστικά σύμβολα, φως, θάλασσα, ήλιος όπου η μαγεία της φύσης και του φωτός δίνονται στην μεταφυσική τους διάσταση.

  •   Προσφεύγοντας πάντα στην προσωπική του εμπειρία, κινητοποιεί  όλες τις  αισθήσεις του και μπαίνει ολόκληρος στο μυστήριο και στο θαύμα

  •   «Ο Ελύτης είπε ότι η ποίηση είναι μια άλλη όραση. Πράγματι, γιατί μας δείχνει την άλλη όψη των πραγμάτων. Πώς ο πραγματικός κόσμος προεκτείνεται στον ιδανικό, ή αντιστρόφως, πώς ο ιδανικός  κόσμος προεκτείνεται στον πραγματικό. Πώς η ζωή προεκτείνεται στο θάνατο, πώς ο θάνατος είναι η συνέχεια της ζωής. Πώς εν τέλει η οδός άνω και η οδός κάτω είναι μία, κατά τη ρήση του Ηράκλειτου, και η ελληνική γη, η Νυν και Αεί,  είναι η γη των θαυμάτων.» Ανθούλα Δανιήλ
"η μεγάλη τέχνη βρίσκεται οπουδήποτε ο άνθρωπος κατορθώνει να αναγνωρίζει τον εαυτό του και να τον εκφράζει με πληρότητα μεσ' στο ελάχιστο"                              Ο.Ελύτης


Ο Ελύτης ανέδειξε την Ελλάδα, το τοπίο της και τον πολιτισμό της. Μίλησε για την Ιστορία και τα πάθη της. Φανέρωσε τη μαγεία της ελληνικής γλώσσας,  παρακολούθησε την σε μάκρος είκοσι πέντε αιώνων ποιητική της πορεία. Κατακύρωσε με μαγικό τρόπο έναν άλλο κόσμο που κι αυτός είναι δικός μας κόσμος, γεμάτος νύξεις μιας ιδανικής τελειότητας, μας έμαθε ότι η πραγματικότητα δεν νοείται χωρίς το ποιητικό της μυστήριο. " Η ποίηση του Ελύτη σταλάζει φως στην ψυχή, βάλσαμο στις πληγές και διορθώνει τις ανορθογραφίες των ανθρώπων."

Πηγή: Φωτόδεντρο http://fotodendro.blogspot.gr

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

Η ποίηση του Κ.Γ. Καρυωτάκη


ΕΝΝΟΙΕΣ - ΚΛΕΙΔΙΑ:
  • Γενιά του 1920
  • Κοινωνική ευθύνη του ποιητή
  • Συμβολισμός - (φιλολογικός-κοινωνικός-πολιτικός) ρεαλισμός
  • Καταραμένος ποιητής
  • Καρυωτακισμός
Ιστορικό & Κοινωνικό Πλαίσιο:

Αποτυχία Μεγάλης Ιδέας, Μικρασιατική καταστροφή, Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, προσφυγιά => πεσιμισμός, αποπροσανατολισμός, απόγνωση, αισθήματα οδύνης και διάλυσης που προκάλεσαν η συντριπτική εθνική ήττα της Μικρασιατικής Καταστροφής και τα επακόλουθα προβλήματα της κοινωνικής ένταξης των προσφύγων.
Ο ποιητής ως πνευματικός άνθρωπος έχει κοινωνική ευθύνη και βρίσκεται σε αναπόσπαστη σχέση με το κοινωνικό περιβάλλον.
Ο Καρυωτάκης βίωση τη βίαιη απόσπαση κι εντέλει τη σύγκρουσή του με το κοινωνικό σώμα. Η αυτοκτονία τους θεωρήθηκε πράξη που υπερέναινε την ατομική σφαίρου του ανθρώπου και πεσελάμβανε σχεδόν συμβολική σημασία ως κοινωνικό γεγονός. Συναρτηένη ε την υπηρεσιακή περιπέτιά του (απόσπαση στην Πρέβεζα) ερμηνεύτηκε ως χειρονομία δημόσιας αντεκδίκησης.

Σάββατο 15 Μαρτίου 2014

Ο πολιτικός Καβάφης - Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Για να διαβάσετε το αρχείο, πατήστε εδώ.

Τα χαρακτηριστικά της Καβαφικής Ποίησης



Μορφή:
1) Ποίηση απογυμνωμένη από παραδοσιακά λυρικά σχήματα, πεζολογία.
2) Θεατρικότητα, δραματικότητα.
3) Εξαιρετική γλωσσική ευστοχία.
4) Υποβολή.
5) Ιδιότυπη γλώσσα, μακριά και απ' τη δημοτική της εποχής και από την
καθαρεύουσα. Συχνή χρήση όρων της καθαρεύουσας ως ηθελημένο, ίσως, πεζολογικό, ρεαλιστικό στοιχείο. Πολίτικοι ιδιωματισμοί.
6) "Αντιποιητικές"λέξεις, φράσεις.
7) Στίχος ελεύθερος, με άνισο αριθμό συλλαβών.
8) Μέτρο χαλαρό ιαμβικό.
9) Πολλές φορές φανερώνεται και η ομοιοκαταληξία - σαν παιχνίδι ή ειρωνεία.
10) Κάποτε ο στίχος κόβεται, διαλύεται στα δύο, σα να μην έχει δύναμη να ολοκληρωθεί.
11) Προσοχή και λεπτουργία ως την τελευταία λεπτομέρεια (στίξη, παύσεις, περίοδοι).
12) Κομψότητα και καλαισθησία.

Περιεχόμενο:
1) Λεπτή ειρωνεία.
2) Οξύτατη σκέψη.
3) Βαθιά αίσθηση τραγικού, συνειδητοποίηση της δραματικής ουσίας της ζωής.
4) Εκλεπτυσμένη ευαισθησία
5) Διάκριση ποιημάτων σε ιστορικά/ψειδοϊστορικά-φιλοσοφικά/διδακτικά-ερωτικά/αισθησιακά.
6) Σοβαρότητα και βαρυθυμία.
7) Αίσθηση παρακμής και ματαιότητας (που δεν οδηγεί, όμως, στη διάλυση και την απιστία).
8) Αίσθημα αξιοπρέπειας και υπερηφάνειας.

Παρασκευή 14 Μαρτίου 2014

Τα χαρακτηριστικά του σονέτου

Το σονέτο είναι ένα ποιητικό είδος που ακολουθεί μία σταθερή στιχουργική μορφή. Αποτελείται από 14 στίχους, γι’ αυτό συχνά αποκαλείται και δεκατετράστιχο. Εμφανίστηκε στην Ιταλία τον 13ο αιώνα και στη συνέχεια εξαπλώθηκε στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Διακρίνονται δύο βασικές μορφές σονέτων: το ιταλικό και το αγγλικό. Το ιταλικό σονέτο, που είναι και το πιο καθιερωμένο, αποτελείται από δύο τετράστιχες και δύο τρίστιχες στροφές, ενώ το αγγλικό από τρεις τετράστιχες και ένα καταληκτικό δίστιχο.

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

Ανανεωμένη Παράδοση και Μεσοπολεμική Λογοτεχνία (1910 - 1945)

Για να αναζητήσετε πληροφορίες για την περίοδο αυτή, επισκεφτείτε τον ιστότοπο του Πολιτιστικού Θησαυρού της Ελληνικής Γλώσσας. Πατήστε εδώ.

Νεοσυμβολισμός - Νεορομαντισμός

Νεορομαντικοί-Νεοσυμβολιστές ποιητές του Μεσοπολέμου

 Οι ποιητές του Μεσοπολέμου που έγραψαν στο διάστημα 1910-1930 περίπου διαθέτουν κοινά χαρακτηριστικά που τους διαφοροποιούν από τους προγενέστερους ποιητές που εμφανίστηκαν μετά τον Παλαμά. Η ποίησή τους διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό υπό την επίδραση των ιστορικών γεγονότων και των πολιτικοκοινωνικών συνθηκών της περιόδου. Έτσι απέχει πολύ από την πατριδολατρία του Παλαμά, την έντονη λυρική διάθεση του Σικελιανού, τις σοσιαλιστικές ιδέες του Βάρναλη. Είναι ποίηση χαμηλών τόνων, που δείχνει εικόνα διάλυσης και παρακμής, χωρίς πίστη στις μεγάλες ιδέες που ως ένα βαθμό καθοδηγούσαν το έργο των προηγούμενων μεγάλων ποιητών. Κυρίαρχη μορφή αυτής της γενιάς είναι ο Κώστας Καρυωτάκης.

Γενικά χαρακτηριστικά

1. απαισιοδοξία,
2. μελαγχολία,
3. αίσθηση του ανικανοποίητου του αδιεξόδου απουσία ιδανικών,
4. θρήνος για την απώλειά τους
5. στροφή στο άτομο καταφύγιο στην ονειροπόληση και τη φυγή
6. περιφρόνηση της κοινωνίας
7. επίδραση από τον γαλλικό συμβολισμό
8. προσπάθειες ανανέωσης της παραδοσιακής ποίησης τόσο σε στιχουργικό επίπεδο ("παραβίαση" της αυστηρής μορφής του παραδοσιακού στίχου), όσο και σε επίπεδο περιεχομένου (σταδιακή χαλάρωση της λογικής, εμφάνιση του συνειρμού στη σύνθεση των ποιημάτων).

 Κυριότεροι εκπρόσωποι

Κώστας Καρυωτάκης (1896-1928)
Κώστας Ουράνης(1890-1953)
Ναπολέων Λαπαθιώτης(1888-1943)
Τέλλος Άγρας(1899-1944)
Ρώμος Φιλύρας(1889-1942)
Φώτος Γιοφύλλης(1887-1981)
Μήτσος Παπανικολάου(1900-1943)
Μαρία Πολυδούρη(1902-1930)

Πηγή: wikipedia

Τα χαρακτηριστικά του υπερρεαλισμού στην ποίηση

Τα χαρακτηριστικά του υπερρεαλισμού


Πηγή:Αγγελική Χρόνη

Τα χαρακτηριστικά του Παρνασσισμού

ΤΟ ΡΕΥΜΑ ΤΟΥ ΠΑΡΝΑΣΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ
   Ο παρνασσισμός είναι ένα κίνημα που εμφανίζεται στη Γαλλία γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα, ως αντίδραση προς το ρομαντισμό. Το νέο λογοτεχνικό κίνημα θα διατηρήσει τη σημασία του για τρεις περίπου δεκαετίες ( 1.850 – 1.880 ) και σιγά σιγά θα εξαπλωθεί σε μερικές ακόμη χώρες.
   Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι, με τον παρνασσισμό, η ποίηση επανέρχεται σε μια ισορροπία. Από την άποψη αυτή, συνιστά ένα είδος νεο-κλασικισμού, ενώ έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εποχή του, αλλά δεν είχε μεγάλη διάρκεια ή συνέχεια.
Τα χαρακτηριστικά του παρνασσισμού, λοιπόν, είναι τα εξής:
1. η πιστότητα
2. η ρεαλιστική αναπαράσταση
3. η απάθεια
4. η απουσία της υπερβολής συναισθημάτων
5. η στατικότητα
6. οι ακριβής περιγραφές
7. η επιμονή στην αναζήτηση των κατάλληλων λέξεων
8. η απόλυτη τελειότητα
9. η απόλυτη πειθαρχία
10. η άντληση των θεμάτων του από την αρχαιότητα.
Ο ΠΑΡΝΑΣΣΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
   Γενικότερα, ο παρνασσισμός αποτελεί ένα λογοτεχνικό κίνημα που έχει ως πυρήνα την πειθαρχία του συναισθήματος, την ακρίβεια της περιγραφής και την τελειότητα της μορφής. Ωστόσο, αυτά του χαρακτηριστικά γίνονται πιο αισθητά στο χώρο όπου πρωτοεμφανίστηκε.  Από την μια μεριά, ο γαλλικός παρνασσισμός αποτελεί αντίδραση του ρομαντικού κινήματος, ενώ περιέχει κλασικιστικά στοιχεία. Κατ' αυτόν τον τρόπο, πραγματοποιείται η επαναφορά ισορροπίας μετά το συναισθηματικό και πολύ συχνά αρρωστημένο ξέσπασμα του ρομαντισμού, εφόσον διαθέτει ρεαλιστική διάθεση.
   Από την άλλη μεριά, όμως, ο νεοελληνικός παρνασσισμός δεν έχει ως απώτερο σκοπό να αποδώσει τόσο μεγάλο βαθμό απάθειας, αλλά λειτουργεί προσπαθώντας να εξισορροπήσει την τόσο έντονη διαφορά ανάμεσα στο ρομαντικό κίνημα και αυτό του παρνασσισμού. Σε αντίθεση με το παρνασσιστικό κίνημα στο χώρο της Γαλλίας και, κατ' επέκταση, ολόκληρης της Ευρώπης, στα πλαίσια του ελλαδικού χώρου και της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ο παρνασσισμός εμφανίστηκε με ένα ύφος αντιτιθέμενο στο στόμφο και στη ρητορεία του αθηναϊκού ρομαντισμού. Παρόλα αυτά, ο νεοελληνικός παρνασσισμός δεν υιοθετεί δουλικά κάθε χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου κινήματος, καθώς δεν περνάει απαρατήρητο το γεγονός ότι διαθέτει στοιχεία που δεν αποσκοπούν στην επίτευξη υπερβολικής απάθειας, όπως ακριβώς συνέβαινε στο εξωτερικό. Επιπρόσθετα, παρατηρείται μια στροφή προς τη φύση και τον ειδυλλιακό επαρχιακό χώρο, στους θρύλους και τις παραδόσεις του λαού.
   Στην Ελλάδα συναντάται ως μία ισορρόπηση ανάμεσα στον ξέφρενο συναισθηματισμό της προηγούμενης περιόδου, του ρομαντισμού, και τις επιρροές της απόλυτης απάθειας που πρέσβευε το κίνημα στη Γαλλία. Ως αποτέλεσμα, γεφύρωσε το χάσμα ανάμεσα σ' αυτά τα εντελώς αντίθετα και ακραία λογοτεχνικά κινήματα που το ένα διαδέχθηκε το άλλο, με σκοπό να αντιτεθεί το δεύτερο στη θέση του πρώτου, ενώ για να τη σύνθεση κι των δύο, για να βρεθεί μια γραμμή ισορροπίας, χρειάστηκε ο νεοελληνικός παρνασσισμός που άντλησε τα καλύτερα χαρακτηριστικά κι από τις δύο περιόδους.
Η ΄΄ΚΑΛΛΙΠΑΤΕΙΡΑ΄΄ ΚΑΙ ΟΙ ΄΄ΠΑΤΡΙΔΕΣ΄΄
   Στο ποίημα του Μαβίλη, ''Καλλιπάτειρα'', συναντάμε αρκετά από τα χαρακτηριστικά του παρνασσισμού. Το ποίημα είναι γραμμένο με τέλεια μορφή, αφού αποτελεί σονέτο. Αποτελείται από τέσσερις στροφές, από τις οποίες οι δύο πρώτες είναι τετράστιχες, ενώ οι υπόλοιπες τρίστιχες. Υπάρχει ακριβολογία και μορφική τελειότητα, ενώ διακρίνουμε και σταυρωτή ομοιοκαταληξία ( μπήκες – Ολυμπιονίκες / αρχαία – Ευκλέα ). Ο Μαβίλης δεν χρησιμοποιεί κανένα απολύτως συναίσθημα, αφού θέλει να είναι πραγματιστής. Αντλεί το θέμα του ποιήματος από την αρχαιότητα και, γι' αυτό και κυριαρχούν κινητικές και οπτικές εικόνες. Εν τέλη, η χρήση πολλών επιθέτων χαρίζει στο ποίημα λυρικότητα, η οποία του προσδίδει αυστηρή δομή.
   Ο Κωστής Παλαμάς στο δωδέκατο σονέτο του χρησιμοποιεί μια αρχαία φιλοσοφική θεωρία και δίνει απάντηση στα μεταφυσικά ερωτήματα για την καταγωγή και τον προορισμό, πρόβλημα που βρίσκεται στον πυρήνα και των δώδεκα σονέτων του. Από αυτό καταλαβαίνουμε ότι το θέμα του ποιήματός του είναι άκρα ιστορικό. Επίσης, το ότι είναι σονέτο προσδίδει στο ποίημα τέλεια μορφή, με ''λίγη'' σταυρωτή ομοιοκαταληξία και με ιαμβικό δεκατρισύλλαβο. Εκτός αυτού, το ύφος  του είναι στοχαστικό, γεμάτο κοσμογονικές εικόνες.
Η ΑΡΧΑΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΕΜΠΕΔΟΚΛΕΟΥΣ ΣΤΟ ''ΠΑΤΡΙΔΕΣ''
   Ο Εμπεδοκλής ήταν ένας από τους σπουδαιότερους αντιπροσώπους της προσωκρατικής ελληνικής φιλοσοφίας. Η αρχαία φιλοσοφική του θεωρία, που διατυπώνεται στο ποίημα ''Πατρίδες'', εκφράζει την κύριά του πεποίθηση στο ζήτημα του τρόπου, σύμφωνα με τον οποίο δημιουργήθηκε ο κόσμος.
   Πριν από την κοσμοθεωρία του Εμπεδοκλέους, υπήρξαν Αρχαίοι Έλληνες που έθεσαν διαφορετικές απόψεις πάνω στο θέμα, όπως ο Παρμενίδης και ο Ηράκλειτος. Από την μια πλευρά, ο Παρμενίδης υποστήριξε πως τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει και πως οι εντυπώσεις που φτάνουν έως εμάς μέσω των αισθήσεών μας είναι λανθασμένες. Από την άλλη, ωστόσο, ο Ηράκλειτος έθεσε το αξίωμα πως τα πάντα αλλάζουν, καθώς και πως οι εντυπώσεις που φτάνουν ως εμάς μέσω των αισθήσεών μας είναι αληθινές και ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
   Η άποψη του Εμπεδοκλέους, όσον αφορά την τόσο ακραία διαφωνία ανάμεσα στους δύο φιλοσόφους, ήταν πως κι οι δύο είχαν δίκιο ως προς το ένα σημείο της σκέψης τους, άδικο όμως ως προς το άλλο. Γι' αυτόν, όλη η διαφορά ξεκινούσε από το ότι οι φιλόσοφοι θεωρούσαν αυτονόητη αφετηρία της σκέψης τους την ύπαρξη ενός μόνο πρωταρχικού στοιχείου. Κατά την άποψή του, η υπόθεση αυτή έπρεπε να εγκαταλειφθεί, καθώς κανένα από τα πρωταρχικά στοιχεία δεν μπορεί από μόνο του να μεταμορφωθεί σε άλλα αγαθά της φύσης.
   Ο Εμπεδοκλής πίστευε ότι η φύση διέθετε τέσσερα πρωταρχικά στοιχεία ή ''ρίζες'', όπως ο ίδιος τα αποκαλούσε. Οι τέσσερις αυτές ρίζες ήταν, κατά την γνώμη του, η γη, το νερό, ο αέρας και η φωτιά.
   Επομένως, η θεωρία του υποστηρίζει πως όλες οι μεταβολές στη φύση συμβαίνουν, επειδή τα τέσσερα αυτά πρωταρχικά στοιχεία ενώνονται και χωρίζουν πάλι για να ενωθούν με διαφορετικό τρόπο, καθώς τα πάντα σ' αυτόν τον κόσμο αποτελούνται από γη, νερό, αέρα και φωτιά. Θεωρούσε πως τίποτε δεν έχει φυσική αρχή και πως τίποτε δεν παύει να υφίσταται, καθώς η γένεση και η φθορά δεν είναι παρά η ένωση και η διάλυση των τεσσάρων βασικών αρχών του σύμπαντος.  Αυτές οι αιώνιες κοσμογονικές αρχές θεωρούνται η αρχή των πάντων, εφόσον από τη σύμμειξη τους δημιουργούνται τα πάντα, τα έμβια και τα μη έμβια επί της Γης. Το μόνο που αλλάζει σε κάθε ένωση είναι το μείγμα, ενώ όσες μεταβολές κι αν υποστούν τα μείγματα στα οποία συμμετέχουν, παραμένουν αναλλοίωτα. Η ύπαρξη δεν μπορεί να γεννηθεί, αλλά ούτε κι να καταστραφεί.
   Η ύπαρξη αυτής της θεωρίας της εξέλιξης δικαιολογεί την ένταξη του ποιήματος στο ρεύμα του παρνασσισμού, εφόσον προέρχεται από την ελληνική φιλοσοφία, παρατηρώντας στροφή προς τη φύση και τη ζωή. Ο ποιητής, επίσης, μιλάει για τις φυσικές και πνευματικές του πατρίδες που τον διαμόρφωσαν.
Καούρα Παναγιώτα
Κατωπόδη Ευαγγελία

Τα χαρακτηριστικά του συμβολισμού

Ο Συμβολισμός στην ποίηση

Από το υλικό που δόθηκε στους μαθητές στο μάθημα της Λογοτεχνίας.

Συμβολισμός

Κλ. Μονέ, Λιβάδι με παπαρούνες. 1872. Μουσείο Ορσέ στο Παρίσι.
Του ιδίου, Εντύπωση Ηλιοβασιλέματος. 1872. Μουσείο του Marmotan στο Παρίσι. 
Ο Κλωντ Μονέ θεωρείται ως ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του κινήματος του ιμπρεσιονισμού στη ζωγραφική. Ο ιμπρεσιονισμός έχει κοινά σημεία με το συμβολισμό στην ποίηση.

 -Λογοτεχνικό /καλλιτεχνικό ρεύμα ή κίνημα που ξεκίνησε από τη Γαλλία γύρω στα 1880. Eπηρέασε σε μεγαλύτερο βαθμό την ποίηση και σε μικρότερο τη μουσική και τη ζωγραφική (ιμπρεσιονισμός).
-Γεννήθηκε ως αντίδραση στην ψυχρότητα του παρνασισμού και αποτελεί  κατά κάποιον τρόπο «επιστροφή» στο ρομαντισμό. Για αυτό συχνά χαρακτηρίζεται ως νεορομαντισμός. Συνδυάζει την εσωτερικότητα και το λυρισμό του ρομαντισμού, χωρίς όμως το στόμφο και την υπερβολική αισθηματολογία.
-«Πατέρας» του συμβολισμού θεωρήθηκε ο Γάλλος ποιητής Μπωντλέρ. Στο συμβολισμό ανήκουν οι λεγόμενοι «Ποιητές της παρακμής ή Καταραμένοι ποιητές», όπως είναι ο Μαλαρμέ, Ρεμπό, Βαλερύ, Βερλέν, Λεφόργκ, κ.ά.
Τα κύρια χαρακτηριστικά του συμβολισμού
-Η ποίηση του συμβολισμού χαρακτηρίζεται από εσωτερικότητα, είναι ποίηση της ψυχικής διάθεσης και των συναισθημάτων. Τα αντικείμενα-πράγματα του εξωτερικού κόσμου, ιδιαίτερα τα στοιχεία της φύσης, γίνονται σύμβολα και αντιστοιχούν στις εσωτερικές, στις ψυχικές καταστάσεις και διαθέσεις του ποιητικού υποκειμένου.
-Χαρακτηρίζεται από υποβλητικότητα, θολή και ρευστή ατμόσφαιρα, από ασάφεια. Οι ιδέες και τα συναισθήματα δεν λέγονται καθαρά, αλλά υποβάλλονται μέσω εικόνων-συμβόλων, υπαινίσσονται.  Είναι ποίηση υπαινικτική που γοητεύει τη φαντασία.
-Αγαπημένα θέματα και εκφραστικά μέσα των συμβολιστών:
Η απαισιοδοξία, η μελαγχολία και η θλίψη,  το ανεκπλήρωτο του έρωτα, η απώλεια και η νοσταλγία.
Εικόνες, παρομοιώσεις και μεταφορές από τις εποχές της φύσης, ιδιαίτερα το φθινόπωρο, τα λουλούδια, η ομίχλη, οι φεγγαρόφωτες βραδιές, η τρικυμισμένη θάλασσα, κ.ά.
-Χαρακτηρίζεται από μουσικότητα. Η συμβολιστική ποίηση στηρίζεται στην ηχητική μαγεία των λέξεων. Οι πρώτοι συμβολιστές ποιητές προτιμούν τις ολιγοσύλλαβες λέξεις και τους ολιγοσύλλαβους στίχους. Χρησιμοποιούν επαναλήψεις λέξεων ή φράσεων ή στίχων. Επαναλαμβανόμενα μουσικά μοτίβα.
-Βαθμιαία και σταδιακά οι συμβολιστές ποιητές απομακρύνονται από τη μορφή της παραδοσιακής ποίησης (μέτρο, στροφές με ίσο αριθμό στίχων, ισοσύλλαβο στίχο, ομοιοκαταληξία) και μεταβαίνουν προς τη νεωτερική ποίηση και το μοντερνισμό. Ο στίχος τους «απελευθερώνεται», γίνεται «απελευθερωμένος» και αργότερα «ελεύθερος.
Ο νεοελληνικός συμβολισμός
- Η πρώτη ομάδα Ελλήνων συμβολιστών ποιητών ανήκει στη Νέα Αθηναϊκή Σχολή και αντλεί από τη γενιά του 1880, του Κωστή Παλαμά. Ο ίδιος ο Κωστής Παλαμάς μεταβαίνει προς το συμβολισμό. Στην Ελλάδα ποιητικά έργα με εμφανή τα χαρακτηριστικά του συμβολισμού εμφανίζονται στη δεκαετία του 1890. Ένας από τους εισηγητές και θεμελιωτές του νεοελληνικού συμβολισμού θεωρείται ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος. Άλλοι ποιητές που πέρασαν στο συμβολισμό: Λ. Πορφύρας, Μ. Μαλακάσης, Ι. Γρυπάρης (ο οποίος έγραψε και παρνασικά ποιήματα), κλπ.
- Η δεύτερη ομάδα Ελλήνων συμβολιστών εμφανίζεται γύρω στη δεκαετία 1910-1920, ανήκει στην περίοδο του Μεσοπολέμου. Η ποίησή τους χαρακτηρίζεται από έντονη απαισιοδοξία, είναι ποίηση του αδιέξοδου και του ανικανοποίητου, της παρακμής.
 Κ. Γ. Καρυωτάκης, Κ. Ουράνης, P. Φιλύρας, Μ. Παπανικολάου, Τ. Άγρας, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Μαρία Πολυδούρη, Τ. Κ. Παπατσώνης, κλπ.
Κ. Χατζόπουλος, το ν. 19 από τη συλλογή Τραγούδια της ερημιάς
Και βλέπω σε μιαν άχνα ονείρου
Τη γαλανήν ακρογιαλιά
Και τάνθισμένα περιβόλια
Που παίζαμε παιδιά μικρά.
Πώστενες πύργους με χαλίκια
Και με κοχίλια του γυαλού
Και γύρω λούλουδα μαδούσες
Εσύ τρελλή ξανθομαλλού.
Ωιμέ! Τι αν φεύγουνε τα χρόνια
Και με τα κρύα του φτερά
Τι κι αν τάγέρι του χεινόπωρου
Μας έχει αγγίσει την καρδιά,
Ακόμα εσύ τρελλή λουλούδια
Μαδάς και πιο τρελλός εγώ
Στένω περβόλια στον αγέρα
Και χτίζω πύργους στο γιαλό!

Κ. Χατζόπουλος, Ήρθες από τη συλλογή Βραδινοί Θρύλοι
Πέρασες και είχες στα μαλλιά
ρόδα και φως και είχες στο χέρι
κρίνα λευκά και στάχια απ΄τον αγρό·
και σε είδα και είπα κι έφτασε
το καλοκαίρι.

Μα ήρθες και σκόρπισες τα στάχια στο νερό,
τα ρόδα στον αέρα·
και μ’ ένα κρίνο στάθηκες, ωχρή
σα φθινοπώρου μέρα.
 Κ. Χατζόπουλου, από την ποιητική συλλογή Βραδινοί Θρύλοι (απόσπασμα)
Συντρίμια το καράβι των ονείρων
και σκόρπια τάρμενα...
και συ μακρυάθε πέρα,
πέρα απ' τη θάλασσα,
καλείς με ακόμα, ακόμα με προσμένεις.
Ω του καημού βασίλισσα
και μάγισσα του ονείρου!
Κ' αφρίζει, αφρίζει η θάλασσα,
βογγάει ο βοριάς τριγύρου·
και συ στο βράχο ορθή,
στου έρμου γιαλού το βράχο πέρα,
καλείς με ακόμα, ακόμα με προσμένεις.
   Συντρίμια το καράβι των ονείρων
και σκόρπια τάρμενα·
και κράζουνε θλιμένα οι γλάροι γύρω,
και σέρνονται βαρειά τα σύγνεφα, και πίσω
το δάσος μαύρο απλώνεται, και πέρα
πέρα αφρίζει η θάλασσα, και γύρου
βογγάει ο βοριάς τριγύρου,
ω του καημού βασίλισσα
και μάγισσα του ονείρου!
Συντρίμμια το καράβι των ονείρων
και σκόρπια τάρμενα·
και συ στο βράχο ορθή,
αιώνια ορθή, 
καλείς με ακόμα, ακόμα με προσμένεις.
Ω του καημού βασίλισσα
και μάγισσα του ονείρου! 

Κ. Γ. Καρυωτάκης, Τελευταίο ταξίδι
Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρου
και στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα!
Να 'μουν στην πλώρη σου ήθελα, για να κοιτάζω γύρου
σε λιτανεία να περνούν τα ονείρατα τα πρώτα.
Η τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύει,
μακριά μαζί σου φεύγοντας πέτρα να ρίχνω πίσω,
να μου λικνίζεις την αιώνια θλίψη μου, καράβι,
δίχως να ξέρω πού με πας και δίχως να γυρίσω!
Κ. Γ. Καρυωτάκης, Θέλω να φύγω πια
Θέλω να φύγω πια από εδώ, θέλω να φύγω πέρα,
σε κάποιο τόπο αγνώριστο και νέο,
θέλω να γίνω μία χρυσή σκονή μες στον αιθέρα,
απλό στοιχείο, ελεύθερο, γεναίο
Σαν όνειρο να φαίνονται απαλό και να μιλούνε
έως την ψυχή τα πράγματα του κόσμου,
ωραία νά’ ναι τα πρόσωπα και να χαμογελούνε
ωραίος ακόμη ο ίδιος ο εαυτός μου.
Σκοτάδι τόσο εκεί μπορεί να μην υπάρχει, θεέ μου,
στη νύχτα, στην απόγνωση των τόπων,
στο φοβερό στερέωμα, στην ωρυγή του ανέμου,
 στα βλέμματα, στα λόγια των ανθρώπων.
Να μην υπάρχει τίποτε, τίποτε πια,
μα λίγη χαρά και ικανοποίησις να μένει,
κι όλοι να λένε τάχα πως έχουν για πάντα φύγει,
όλοι πως είναι τάχα πεθαμένοι.
Κ. Γ. Καρυωτάκης, Μικρά Άτιτλα
ΙΙ
Σάββατο βράδυ: ανοίγουνε στο δρόμο σα λουλούδια
οι απλές καρδιές, παθητικά ν' ανέβουνε τραγούδια
που για τη χαρά ή τον απαλό του έρωτα ψάλλουν πόνο,
ενώ για μένα η εβδομάδα ετελείωσε και μόνο.
III
Ένα σπιτάκι απόμερο, στο δείλι, στον ελαιώνα,
μια καμαρούλα φτωχική, μια βαθιά πολυθρόνα,
μια κόρη που στοχαστικά τον ουρανό κοιτάει,
ω, μια ζωή που χάνεται και με τον ήλιο πάει!
Κ. Γ. Καρυωτάκη, Πρέβεζα
θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.
Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.
Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίση μια «ελλειπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.
Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.
Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«Υπάρχω;» λες, κ' ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.
Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.
Κύρια χαρακτηριστικά της ποιητικής θεματολογίας του Καρυωτάκη:
-έντονη διάθεση απαισιοδοξίας, θλίψη, άρνηση, τάση για φυγή από την πραγματικότητα, αίσθηση του ανικανοποίητου, διάψευση των ελπίδων και των ονείρων.
-κοινωνική κριτική
-ειρωνεία, σαρκασμός και αυτοσαρκασμός
Καρυωτακισμός: τάση για μίμηση της ποιητικής γραφής του Καρυωτάκη. Μία ομάδα ποιητών προσπάθησε να μιμηθεί τη γραφή του Καρυωτάκη, κυρίως μετά την αυτοκτονία του στην Πρέβεζα.

Ναπολέων Λαπαθιώτης, Νυχτερινό Ι
Μονάχη, η φλόγα του κεριού μου,
κι απέναντί μου, στο τραπέζι
θαρρείς το τέλος της προσμένει:
λίγες στιγμές έχει να ζήσει,
και μες τη νύχτα τρεμοπαίζει,
σα μια ψυχούλα φοβισμένη.
Απ’ όξω εν’ άγρυπνο φεγγάρι
με κόπο χάνεται στα χάη
μιας ατελεύτητης ερήμου.
Σα να μη θέλει να πεθάνει,
μ’ αναλαμπές ψυχομαχάει
το ετοιμαθάνατο κερί μου...
Και το βαρύθυμο φεγγάρι,
που, χρόνια τώρα, έχει σωπάσει,
και το κερί μου που πεθαίνει,
–και, μέσα, η σκοτεινή ψυχή μου ,
χωρίς αιτία, κι οι τρεις, στην πλάση είμαστε τόσο λυπημένοι....
Νυχτερινό ΙΙ
Ένα φεγγάρι πράσινο , μεγάλο,

που λάμπει μες τη νύχτα, – τίποτ’ άλλο.



Μια φωνή, που γρικιέται μες στο σάλο

και που σε λίγο παύει, – τίποτ’ άλλο.


Πέρα, μακριά, κάποιο στερνό σινιάλο
του βαποριού που φεύγει, – τίποτ’ άλλο.

Και μόνο ένα παράπονο μεγάλο
στα βάθη του μυαλού μου.  – Τίποτ’ άλλο.
Στο κέντρο το νυχτερινό
Τώρα που παίζει το βιολί, κι έχουμε πιεί τόσο πολύ,

που μ’ έναν έρωτα τρελό, σα να ’μαστε δεμένοι,
 σ’ ένα συντρόφεμα ζεστό, βάνε ξανά, να ζαλιστώ,

μες στ’ όνειρό σου να κλειστώ –το μόνο που μου μένει.
Γιατί αν λείψει το κρασί, και φύγεις, άξαφνα, και συ,

και βουβαθεί και το βιολί, με το γλυκό βραχνά του,

- μες στης καρδιάς μου το κενό, μεγάλο σαν τον ουρανό,

                                            θ’ ακούσω πάλι, το βραχνό τραγούδι του θανάτου.

Πηγή:  Πρότυπο Πειραματικό Σχολείο Θεσσαλονίκης   http://piramatikoneiroland.blogspot.gr